Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

«Σαν τη Χαλκιδική δεν έχει»

Υπάρχει ένα σύντομο ανέκδοτο που περιγράφει τη σχέση που έχουν οι Θεσσαλονικείς με την «έχεις ωραία πόδια, το ξέρεις;» Χαλκιδική.

Είναι το ανέκδοτο που ρωτάει «Πώς καταλαβαίνεις τους Θεσσαλονικείς στην Καραϊβική;». Και λαμβάνει ως απάντηση: «Οταν αντικρίζουν τα γαλαζοπράσινα νερά στις ατελείωτες παραλίες με τους φοίνικες και τις αιώρες, λένε αυθόρμητα "Ωραία, ωραία δεν λέω, αλλά σαν τη Χαλκιδική δεν έχει"».
Δεν ξέρω ποιος πρωτοδιηγήθηκε το ανέκδοτο, ούτε εάν σας φαίνεται αστείο (πιθανόν να μην είναι), αλλά όποιος και αν το έκανε μοιάζει να έχει καλή γνώση της ιδιαίτερης σχέσης που έχει τις τελευταίες δεκαετίες η Χαλκιδική με τη Θεσσαλονίκη. Μια σχέση που μου αρέσει να περιγράφω ως «συγκοινωνούντα δοχεία», αδειάζει η μια, γεμίζει η άλλη.
Υπάρχουν και αυτοί που προτιμούν την Πιερία από παράδοση ή από ευκολία, αφού ποτέ δεν δημιουργείται μποτιλιάρισμα. Ομως οι περισσότεροι από τους συμπολίτες μου αψηφούν τις πολύωρες αναμονές στους μποτιλιαρισμένους δρόμους, που συνδέουν τις ζωές και τις μοίρες της Χαλκιδικής και της Θεσσαλονίκης. Αψηφούν τα πραγματικά επικίνδυνα οδικά τεχνάσματα που κάνουν αυτούς τους οδικούς άξονες να μοιάζουν με πίστα ηλεκτρονικού παιχνιδιού επιβίωσης σε βιντεοπαιχνίδι. Δεν δίνουν σημασία στο «πήγαινε και το έλα» που ο καθένας από εμάς έχει εφεύρει δικούς του τρόπους για να το ........κάνει υποφερτό. Εστιάζουν το βλέμμα τους στις λίγες ώρες της παραμονής εκεί και στην ομορφιά τη φυγής. Από μια πόλη που σου μοιάζει όμορφη όταν φεύγεις μακριά της, ομορφότερη όταν μένεις και είναι άδεια και ακόμη ομορφότερη όταν επιστρέφεις σε αυτή. Η Χαλκιδική είναι η εναλλακτική Θεσσαλονίκη, η ειδυλλιακή της εκδοχή, αυτό που θα μπορούσε να είναι και δυνάμει μπορεί να γίνει, είναι η θερινή εκδοχή της Θεσσαλονίκης. Απλωμένη, ατημέλητη, ατίθαση, γλυκιά, γεμάτη εκπλήξεις.

Ολα αυτά τα σκέφτηκα το περασμένο Σαβατοκύριακο όταν βρέθηκα στην άκρη του πρώτου ποδιού. Παρατήρησα πως κανένας δεν λέει το πόδι αυτό χερσόνησο και δεν θα το πει ποτέ. Η ανατομική συμβολική ισχύς του όρου πρώτο πόδι-Κασσάνδρα και δεύτερο πόδι-Σιθωνία δεν μπορεί να συγκριθεί νοηματικά και μεταφορικά με τη λέξη χερσόνησος. Βρέθηκα στην άκρη του πρώτου ποδιού λοιπόν, στον αστράγαλο δηλαδή της Κασσάνδρας, προκειμένου να της περάσουμε μια χρυσή αλυσίδα και να δούμε τη Μαριαλένα να βαφτίζεται. Ενα πλάσμα πεντέμισι μηνών, που ξέρει μόνο να χαμογελά, να καταγράφει εικόνες και να αλλάζει αγκαλιές τώρα που μπορεί. Είδα στο τριήμερο γλέντι που συνόδευσε αυτή τη «βάφτιση-φεστιβάλ», ανθρώπους να γίνονται παιδιά, μικρούς και μεγάλους να παίζουν μπουγέλο, μανάδες, θείες και γιαγιάδες να γελάνε με την ψυχή τους, παππούδες, πατεράδες και θείους να χορεύουν εκστασιασμένοι. Είδα κι έναν άνθρωπο «να βουτάει ή να πετάει» και να συναντιέται με ένα δελφίνι, που επίσης μπορεί να «βουτάει ή να πετάει». Ολοι ξέρουν ότι τα δελφίνια ξεκουράζονται στην άκρη του πρώτου ποδιού πριν κινήσουν προς το Νότο για να διασχίσουν το Αιγαίο. Τους είδα να διασταυρώνονται και να συνομιλούν, να πετάγονται χαριτωμένα στον ουρανό και να βουτούν με χάρη στην ήρεμη θάλασσα, να καλούν τα σύννεφα και τη βροχή και να τα διώχνουν όταν έχουν ξεδιψάσει. Ακουσα αυτό το δελφίνι και αυτόν τον άνθρωπο που πετούσαν ή βουτούσαν να λένε: «Γιούπι! Σαν τη Χαλκιδική δεν έχει!».
ene

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου